Τί πραγματικά είναι η συμφωνία ΕΕ- Mercosur και ποιοι είναι οι κερδισμένοι.
Του Χόβολου Θεόδωρου (Κτηνίατρος)
Μετά από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων τελικά υπογράφθηκε στις 17 Γενάρη 2026 η εμπορική συμφωνία της ΕΕ με την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη, που συνασπίζονται στην εμπορική ένωση Mercosur (Mercado Comun del Sur). Πρόκειται για μια εμπορική συμφωνία σε πλήρη ιστορική αντίθεση μιας και ξεκίνησε το 1999, στα περίφημα χρόνια της «παγκοσμιοποίησης» και του «ελεύθερου εμπορίου», ενώ σήμερα είμαστε σε εποχές των εμπορικών φραγμών, των δασμών και του κρυφού η ανοιχτού προστατευτισμού από σειρά κρατών.
Χρειάστηκε η άνοδος της Κίνας στην παγκόσμια σκακιέρα και η πρώτη έλευση του Τράμπ για να καταλήξει η συμφωνία το 2019 αλλά ήταν ο ουκρανικό πόλεμος και η μεγάλος τραμπικός δασμολογικός πόλεμος που έφεραν τις τελικές υπογραφές, βεβαιώνοντας ότι πέρα από μια εμπορική συμφωνία, στο τραπέζι βρίσκονται μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα. Σε χρόνια καθυστέρηση σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους, οι μεγάλες δυνάμεις της ΕΕ, βρίσκονται σε εναγώνια προσπάθεια να βελτιώσουν τη θέση τους στη νέα αντιπαράθεση όλων εναντίων όλων, με ευρεία χρήση της οικονομίας σαν όπλο. Αν τώρα κλείνει μια συμφωνία με την Λατινική Αμερική, έρχονται και άλλες όμοιες με χώρες της Ασίας όπως Ινδία, Πακιστάν και Μπαγκλαντές, που βάζουν στο στόχαστρο την συνολική αγροτική παραγωγή της ΕΕ. Οι πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις …ξυπνούν.
Η συμφωνία προπαγανδίζεται σαν «αναπτυξιακή» και «αμοιβαία επωφελή» αλλά πρόκειται για μια εμπορική συμφωνία με καθαρούς νικητές και βαριές απώλειες με ταξικό παραγωγικό και γεωπολιτικό πρόσημο.
Δεν είναι τυχαίο που για τη συμφωνία πανηγυρίζουν οι χώρες με ισχυρή εξαγωγική βιομηχανία (μηχανήματα, χημικά, φάρμακα, αυτοκίνητα) όπως η Γερμανία και η Σουηδία, με υψηλή τεχνολογική εξειδίκευση και με ήδη εδραιωμένες εμπορικές ροές προς την Λατινική Αμερική όπως και η Ισπανία. Με τη νέα συμφωνία θα έχουν πρόσβαση σε μια αγορά 300 εκατομμυρίων καταναλωτών, χωρίς πιά δασμολογικά εμπόδια. Ταυτόχρονα θα εξασφαλίσουν την πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά και σπάνιες γαίες για τις νέες τεχνολογίες, μιας και στις χώρες της Mercosur υπολογίζεται ότι υπάρχουν τεράστια αποθέματα αυτών των ορυκτών. Ελπίζουν οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες σε απεξάρτηση από τον Κινέζικο γίγαντα.
Αντίθετα όλες, μα όλες οι αγροτικές οργανώσεις, απ΄ άκρη σ΄ άκρη στην Ευρώπη, που βλέπουν να υποσκάπτεται η ίδια η ύπαρξή τους, έχουν ταχθεί ενάντια στη συμφωνία. Ενώ για τους ευρωπαίους αγρότες θα ισχύουν τα αυστηρά υγειονομικά μέτρα στην παραγωγή τους και σειρά συστημάτων παρακολούθησης των προϊόντων τους, την ίδια στιγμή θα εισέρχονται στις χώρες τους φθηνότερα αγροτικά προϊόντα, παραγόμενα με πολύ χαμηλότερες υγειονομικές προδιαγραφές και χωρίς καμιά ιχνηλασιμότητα. Οι έλεγχοι και οι αντισταθμιστικές παρεμβάσεις που εξαγγέλλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι άκρως προσχηματική.
Η αγροτική παραγωγή στις χώρες της Mercosur διαφέρει ριζικά από αυτή στην ΕΕ, με αποτέλεσμα το χαμηλότερο κόστος. Βασίζεται σε μεγάλες εταιρίες με καθετοποιημένη παραγωγή (60% της γεωργικής γης της Βραζιλίας και το 35% αυτής της Παραγουάης ανήκουν σε τέτοιες εταιρίες) και με φθηνό εργατικό κόστος, ενώ η παιδική εργασία αποτελεί τον κανόνα. Είναι αυτές οι χώρες που καταγγέλλονται από παγκόσμιες περιβαλλοντικές οργανώσεις για την αποψίλωση των τροπικών δασών για δημιουργία καλλιεργήσιμης γης, με ολέθρια αποτελέσματα στο πλανητικό κλίμα. Εκτός όλων αυτών στις χώρες της Mercosur θα βρούμε το 47% της παγκόσμιας καλλιεργούμενης γης με γενετικά τροποποιημένα φυτά. Στην Αργεντινή και στη Βραζιλία, 900 εκατομμύρια στρέμματα (30 φορές η γεωργική γη της Ελλάδας), καλλιεργούνται με μεταλλαγμένα φυτά, που είτε σαν ζωοτροφές είτε σαν μεταποιημένα τρόφιμα περιμένουν να κατακλίσουν τις ευρωπαϊκές αγορές.
Αυτός ο τρόπος παραγωγής έκανε πολλές χώρες της Ευρώπης, με κορυφαίες την Γαλλία και την Πολωνία, που επενδύουν στην αγροτική τους παραγωγή, να εκφράσουν την άρνησή τους για τη συμφωνία και να ζητήσουν σοβαρές εγγυήσεις για το περιβάλλον, την διατροφική ασφάλεια και τα αγροτικά πρότυπα. Και αυτή η αντίθεση, που υποβόσκει στο σύνολο των ευρωπαϊκών κρατών και εκφράζεται σε δυναμικές αγροτικές κινητοποιήσεις, εκφράστηκε και σε επίπεδο Ευρωκοινοβουλίου στις 21 Γενάρη, που αποφάσισε (με τρακτέρ στην αυλή του στο Στρασβούργο), να στείλει τη συμφωνία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αναστέλλοντας θεωρητικά την εφαρμογή της για πολλούς μήνες. Όσο και αν αυτό δεν αναμένεται να τροποποιήσει τον στρατηγικό σχεδιασμό που έχει χαραχτεί, είναι δηλωτικό των αντιθέσεων που ταλανίζουν το ευρωπαϊκό εγχείρημα που φέρνει σε κρίση κορυφαίους θεσμούς της ΕΕ.
Οι ελληνικές κυβερνήσεις, που διαχειρίζονται έναν αγροτικό τομέα που πάει από το κακό στο χειρότερο, δεν άρθρωσαν σε όλη τη διάρκεια των 25χρονων διαπραγματεύσεων καμιά διαφωνία, καμία ένσταση, καμιά προσπάθεια ενημέρωσης του αγροτικού κόσμου για το μέγα ζήτημα. Οι δε σημερινοί διαχειριστές, ακολουθώντας την πεπατημένη της πολιτικής δουλοπρέπειας, απέφυγαν να συμμετέχουν στο μπλόκ των χωρών που εναντιώνονταν σε μια συμφωνία που θα δώσει και στη χώρα μας ένα άλλο γερό χτύπημα στη δυνατότητά της να παράγει. Η τάχα προστασία που θα διαθέτουν 21 ελληνικά προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ που μπήκαν στη συμφωνία, θα την έχουν μετά από επτά χρόνια, δίνοντας την δυνατότητα σε φθηνότερες απομιμήσεις, από ποιο οργανωμένες αγορές, να διεισδύσουν στις αγορές της Λατινικής Αμερικής.
Είναι αστείο το επιχείρημα ότι η ελληνική αγροτική παραγωγή, με τα τεράστια διαχειριστικά της προβλήματα που την ταλανίζουν, μπορεί να έχει να κερδίσει από μια αγορά που θα την αλωνίζουν, χωρίς κανένα εμπόδιο τεράστια αγροτοδιατροφικά μεγαθήρια. Τα ίδια άκουγε ο Έλληνας κατά την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ. Αντίθετα θα έχουμε σοβαρά χτυπήματα σε σειρά αγροτικών προϊόντων όπως πορτοκάλια, λεμόνια, ρύζι, σιτηρά, άλλα και στα γαλακτοκομικά και κρέατα των βοοειδών και πουλερικών ταϊσμένα με μεταλλαγμένες ζωοτροφές. Προϊόντα σαφώς υποδεέστερα με όρους υγειονομικής ασφάλειας και διατροφικής εγκυρότητας. Αν προστεθεί και η συνήθης ελληνική πρακτική των «ελληνοποιήσεων» των εμπορικών δικτύων, που με απάθεια κοιτάζει το ΥΑΑΤ, μπορεί κανείς να αντιληφθεί το μέγεθος της καταστροφής που έρχεται. Να θυμίσουμε πως ανάλογες διεθνής συμφωνίες της ΕΕ, στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στα τέλη της δεκαετίας ’90 αρχές δεκαετία 2000, έφερε την ολοκληρωτική καταστροφή της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης και την εισαγωγή στη χώρα, μέχρι και του τελευταίου κόκκο της.
Και πάλι βρισκόμαστε μπροστά στο θεμελιακό ζήτημα της κυβερνητικής αδιαφορία για την γεωργική παραγωγή της χώρας, που θεωρεί τον αγροτικό κόσμο «μικρού μεγέθους» στην οικονομία και εξαντλεί το ενδιαφέρον της στην χειραγώγησή του. Η απόλυτη υποταγή στις στρατηγικές της ΕΕ και η αδιαπραγμάτευτη αποδοχή της συμφωνίας ΕΕ-Mercosur αλλά και ο χειρισμός των μεγάλων φετινών αγροτικών κινητοποιήσεων, επιβεβαιώνουν ότι αποτελεί στρατηγική επιλογή στη μεταμνημονιακή Ελλάδα, η καταστροφή μεγάλων τμημάτων της ελληνικής αγροτιάς. Αυτό θα πρέπει να το λάβει σοβαρά κύρια ο αγροτικός κόσμος αλλά όχι μόνο. Το νέο αγροτικό ζήτημα αφορά όλη την ύπαιθρη χώρα αλλά και όλο τον εργαζόμενο λαό, που επιζητεί την επάρκεια σ ένα ποιοτικό και οικονομικό τρόφιμο.






















